Σούπες κομμουνιστικές, σούπες της απεργίας – της Camille Baillargeon

Από την αρχή του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα κατά τα χρόνια πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια μερικών πολυήμερων απεργιών ή εργοδοτικών λοκ-άουτ εμφανίστηκαν οι «κομμουνιστικές σούπες». Λέγονταν «κομμουνιστικές» υπό την ένοια ότι επρόκειτο για γεύματα που προετοιμάζονταν και καταναλώνονταν από κοινού (en commun στα γαλλικά), παρά με κάποια ιδιαίτερη πολιτική έννοια, παρότι συνήθως οργανώνονταν από σοσιαλιστικές οργανώσεις, που δούλευαν στο πνεύμα του επαναστικού συνδικαλισμού. Αυτά τα συσσίτια στήνονταν με τη βοήθεια εργατικών συμβουλίων και «σπιτιών του λαού», εργατικών ενώσεων (συχνά σοσιαλιστικών) και συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών.

Οι εργασιακές αντιπαραθέσεις, ιδιαίτερα οι παρατεταμένες, αναδείκνυαν αναπόφευκτα το πρόβλημα της επιβίωση. Η πείνα έθετε σε δοκιμασία τις αντοχές των απεργών και επηρέαζε καθοριστικά τη συμμετοχή τους στον αγώνα. Σε καιρούς που τα απεργιακά ταμεία δεν αντιστάθμιζαν επαρκώς την απώλεια εισοδήματος [των απεργών] και όπου εθεωρείτο ξεπεσμός να ζητήσεις φιλανθρωπία, η επιτυχία της αντίστασης ήταν ανάλογη με το πόσο αντιμετωπιζόταν η φτώχια. Οι κομμουνιστικές σούπες είχαν για κύριο στόχο να αντιμετωπίσουν αυτή τη δυσκολία, που υπονόμευσε την σωστή διεξαγωγή των απεργιών κι επηρέαζε την τελική τους έκβαση.  Έτσι, ενώ συνήθως, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα αποφεύγουν να θίξουν τις κοινωνικές συμβάσεις ενός καθεστώτος που τα εξυπηρετεί, τελικά τα γεύματα που διανέμονταν σε συμβολική τιμή στους απεργούς ξεπερνούσαν σε ποιότητα εκείνα που συνήθως κατανάλωναν οι εργάτες. Κι αυτό, πάντα στην προοπτική να ενισχυθεί η θέλησή τους για αντίσταση.

 

 

 

 

 

Οι κομμουνιστικές σούπες, ακόμη, εξυπηρετούσαν τον αγώνα από μια σκοπιά πιο ιδεολογική. Εκτός από την αποκατάσταση των φυσικών δυνάμεων των απεργών, οι σούπες αυτές αποσκοπούσαν να ενισχύσουν την αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών μέσα σε ένα κεφάτο και γιορτινό κλίμα, να δημιουργήσουν ένα σημείο συνάντησης και διαλόγου, που θα επέτρεπε την καλύτερη οργάνωση των δράσεων και να δώσουν στον καθένα την αίσθηση ότι συμμετείχε εξίσου σε μια συλλογική δύναμη. Επίσης [τα συσσίτια αυτά] βοηθούσαν να διατηρηθεί η ενότητα των οικογενειών κατά τη διάρκεια των διεκδικήσεων: «Μήπως οι απεργίες μακράς διαρκείας … δεν περικλείουν τον κίνδυνο της συναισθηματικής απομόνωσης; Κι όσο η μοναξιά αρχίζει και βαραίνει, τα κοινά γεύματα διεγείρουν και διώχνουν από τις παρέες των απεργών αλλά κι από τους μοναχικούς απεργούς, αυτή την αποθαρρυντική εικόνα για το μέλλον». Εν ολίγοις, τα συσσίτια τρέφουν τον αγώνα.

Η συμμετοχή στη συνδικαλιστική δράση μπορούσε εύκολα να υπονομευθεί από τους εργάτες, που την ένιωθαν αντίθετη με τις καθημερινές τους συνήθειες. Γι’ αυτό, οι διοργανωτές της κομμουνιστικής σούπας έπαιρναν υπόψη τους τις συνήθειες των απεργών. Προσπαθούσαν να μην παρακωλύσουν την θετική επίδραση των συνδικαλιστικών αξιών πάνω στους εργάτες. Έτσι, κάποια χρόνια πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την απεργία των εριουργών στο Μαζαμέτ, στη Γαλλία, ο γενικός γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT) παίρνει μέτρα «να μην θιγούν οι θρησκευτικές ιδέες των εργατών» και προτείνει «να σερβίρεται ψάρι στις κομμουνιστικές σούπες τις Παρασκευές».  (Θα δούμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος της ανάλυσής μας, πώς οι πρόσφατες πρωτοβουλίες διανομής σούπας επέλεξαν στην αντίθετη λύση [: εννοεί τη διανομή γουρουνόσουπας από το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας, έτσι ώστε να αποκλειστούν οι εβραίοι και μουσουλμάνοι άστεγοι]). Οτιδήποτε προσφέρει το καθεστώς στους πτωχούς δεν είναι ποτέ χωρίς νόημα και σημασία.

 

 

 

 

 

Οι ταχυδρομικές κάρτες έχουνι απεικονίσει αποτελεσματικά για πάντα την κομμουνιστική σούπα. Από το 1905, μας δείχνουν την οργάνωση ενός τέτοιου συσσιτίου, ιδιαίτερα σε γαλλικούς αγώνες όπως των υαλοποιών στο Σουαζύ-λε-Ρουά ή στο λεκανοπέδιο των ορυχείων του Λονγκουί. Αλλά η πιο εμβληματική, καθώς αναφέρεται και πιο συχνά, είναι φυσικά η απεργία των υποδηματοπιών στη Φουγκέρ το 1907. Ο Ζόρζ Ιβετό, παλιός γραμματές της ομοσπονδίας των εργατικών συμβουλίων, μας έχει δώσει την συνταγή στην Αναρχική Εγκυκλοπαίδεια, με την οποία προσδιορίζει τον όρο «αλληλεγγύη»:

«Οι απεργοί κατά χιλιάδες γέμιζαν κάθε μέρα τους δρόμους με τις κόκκινες σημαίες τους [...] Άνδρες, γυναίκες, παιδιά [...] κέρδιζαν σιγά-σιγά, ο ένας με τον άλλον, την αυτοπεποίθησή τους, διεκδικώντας τις απαιτήσεις τους στα μούτρα των χωροφυλάκων. [...] Τα παιδιά [...] εκμεταλλεύονταν [...] την εκπαίδευση και την προπαγάνδα από αυτό που ήταν η καλή πρωτοβουλία της διοργάνωσης της κομμουνιστικής σούπας, αυτή της φωτεινής ακτίνας συλλογικής αλληλεγγύης και πρακτικής στις απεργίας. Σε ένα μεγάλο οδόφραγμα, που με χαρά είχαν φτιάξει οι οικοδόμοι, για χάρη των απεργών, στήνονται οι θεόρατες μαρμίτες. ‘Ερχονταν τα πιάτα, τα κουζινικά και οι γυναίκες με θάρρος ρίχνονταν στη δουλειά. Σχηματίζονταν γρήγορα ομάδες για να παραλάβουν και να επεξεργαστούν όσα θα έπεφταν στις μαρμίτες και να βράσουν τη σούπα, το μοσχάρι, τις πατάτες, τα φασολάκια, τα ρύζι κλπ…. που οι δωρητές βοηθούσαν να τα αγοράσουν ή να τα προμηθευτούν. Μερικοί καταφερτζήδες απεργοί γίνονταν αυτοσχέδιοι μάγειρες και παρουσίαζαν εξαίρετη κουζίνα. Οι γυναίκες ενθουσιάζονταν και ήθελαν με κάθε τρόπο να φανούν χρήσιμες. Φαγητό υπήρχε για όλους, δύο γεύματα την ημέρα [...] Κάθε μέρα έβγαζαν 4.200 σούπες ή μερίδες. Και μ’ αυτά, οι απεργοί δεν ψοφούσαν πια της πείνας. [...] Έτρωγαν πολύ και καλό φαγητό και κυρίως το έτρωγαν ζεστό. Κι αυτό ακριβώς ήταν χρήσιμο για να φτάσουν μέχρι το τέλος…»

 

 

 

 

 

Μια άλλη υποδειγματική περίπτωση είναι η νικηφόρα απεργία του Ντραβέι-Βινιέ, το 1908, στη Γαλλία, των εργατών στα λατομεία του Ντραβέι και του Βινιέ. Σ’ αυτή την ειρηνική απεργία, που κράτησε 100 μέρες, το καφέ Ράνγκ σέρβιρε περισσότερα από 700 γεύματα την ημέρα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των απεργών. Αυτές οι κομμουνιστικές σούπες στήθηκαν με πρωτοβουλία των σοσιαλιστικών ομάδων αυτών των δύο γειτονικών χωριών, με τη συνεργασία εργατικών συνεργατικών και χάρη στη λαϊκή υποστήριξη. Ο Πώλ Λαφάργκ στη Λ’ Ουμανιτέ περιγράφει ότι «τα κοινά γεύματα έφερναν ενθουσιασμό» και ότι [τα γεύματα] αποτελούσαν εγγύηση για την επιτόπου παρουσία των απεργών: καθένας τους «επικολλούσε στην απεργιακή του καρτέλα το καθημερινό απεργιόσημο του Συνδικάτου». Μετά μερικές μέρες, ένας από τους συναδέλφους του, συμπληρώνει τα σχόλια:

«Μερικοί απεργοί κάνουν κάθε μέρα τέσσερις διαδρομές για να ψάξουν τροφή γι’ αυτούς και για την οικογένειά τους. Και όπως κοινολογείται, μέχρι το βράδυ έχουν κάνει 25 με 30 χιλιόμετρα με τα πόδια. [...] Τα έξοδα για κάθε γεύμα -ένα πιάτο φασολάκια το πρωί, σούπα και μοσχάρι το βράδυ κι όσο ψωμί θέλει κανείς- είναι από 35 έως 40 σαντίμ [εκατοστά του φράγκου]. Ο εκατομμυριούχος κ. Μοριγιόν [διευθυντής των αμμορυχείων Μοριγιόν-Κορβόλ] θα έχανε το χρώμα του μπροστά σ’ αυτό το κομμουνιστικό γεύμα των απεργών, στο οποίο συμπυκνώνεται η αλληλεγγύη και το οποίο πείθει τους εργάτες για τις σπατάλες μιας άθλιας κοινωνίας, στην οποία οι καταναλωτές συντρίβονται βάναυσα από τον παρασιτισμό των μεσαζόντων. Ο Κ. Μοριγιόν θα τρόμαζε από το θέαμα των κόκκινων φλάμπουρων που ανεμίζουν στην κορυφή των ψηλών κονταριών, πάνω από τους [απεργούς] συνδαιτυμόνες. Και θα του έρχονταν δάκρυα οργής εάν μάθαινε ότι συνέχεια ρέει χρήμα για να ταΐσει 700 στόματα, που δεν πρόκειται να νιώσουν πείνα.»

 

 

 

 

 

Ξαναβρίσκουμε αυτό το είδος περιγραφής στην απεργία των εργαζομένων σε ορυχεία γύψου και σε νταμάρια του Αρζεντέιγ, την επόμενη χρονιά. Η κομμουνιστική σούπα παίρνει την αίγλη ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου και δανείζεται τα χαρακτηριστικά των στρατιωτικών συσσιτίων ότι εδώ ο εχθρός είναι εσωτερικός: τα αφεντικά. Αφήνει μια τρομακτική εντύπωση, η οποία αντανακλάται στο λαϊκό τύπο:

«Σε μιαν αλάνα, στην οποία βλέπει ένα καφενεδάκι [οι απεργοί] έχουν εγκαταστήσει την “κομμουνιστική σούπα”. Στην είσοδο, μένεις κατάπληκτος όταν βλέπεις δύο σκακιέρες [...] πάνω από τις οποίες ανεμίζουν, μπροστά στα μάτια των χωροφυλάκων, δύο πελώριες κόκκινες σημαίες. Λίγο πιο πέρα, γύρω από τα τραπέζια που έχουν απλωθεί στο ύπαιθρο, βλέπεις τους απεργούς να τρώνε τη σούπα τους. Μερικοί φοράνε τον κόκκινο σκούφο των επαναστατών. Ανάμεσά τους, ένας καθοδηγητής μιλάει χωρίς τελειωμό και πιο μακριά [...] στο δρόμο, εκατοντάδες άνδρες αραχτοί έχουν ξαπλώσει στα πλαϊνά χαντάκια, δίπλα στα άδεια καζάνια και βρίζουν τους περαστικούς [...] Τυχερός είναι όποιος δεν τρώει καμιά πέτρα ή κανένα άλλο βλήμα! [...] Όταν πέφτει το βράδυ, οι κάτοικοι της περιοχής δεν τολμάνε να περιπλανηθούν σ’ αυτή την επικράτεια, την αποκομμένη από τους κακόφημους απεργούς των ορυχείων…»

 

 

 

 

 

Ο δημοσιογράφος Φ. Μαρί παραθέτει ακόμη την παρουσία της κομμουνιστικής σούπας στην απεργία των τραπεζοποιών, στην Ουάζ, το 1909, κι ακόμα σε αρκετές απεργίες στην περιοχή του Παρισιού: στη Μπιγιανκούρ, στη Βιλζουίφ, στο ΣενΝτενί (εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας), στο Ζουανβίλ-λε-Πόν (μεταλλουργοί), στο Κλισύ (εργαζόμενοι στα τρένα), ακόμα και στη γαλλική πρωτεύουσα (κατασκευαστές βουρτσών). Ξέρουμε ότι αυτή η πρακτική εφαρμόστηκε επίσης από τους λιμενεργάτες της Ναντ το 1907, τους ανθρακωρύχους του Σαμπόν-Φεγκρόλ την ίδια χρονιά, τους εριουργούς του Μαζαμέτ το 1909, τους νταμαρτζήδες της Ρουέν το 1910 και τους οικοδόμους του ΣανΚεντέν το 1911. Όλα αυτά μοιάζουν να μαρτυρούν πως πραγματικά τους άρεσε [των απεργών] αυτή η διαδικασία. Αν και αυτές οι πρωτοβουλίες συχνά ξεκινούσαν από τους πιο ριζοσπάστες, κι αυτοί ακόμα υποχρεώθηκαν να παραδεχτούν ότι ένα μέρος των εργαζομένων (ίσως οι πιο ατομιστές) δεν πολυδέχονταν να συμμετέχουν σε τέτοιου είδους ενέργειες: «ο τρόπος σκέψης τους δεν μπορεί να αποδεχθεί αυτά τα κοινά γεύματα» υπογραμμίζει ο Φ. Μαρί. Δηλώνει, επίσης, ότι από τη στιγμή που η διανομή [χρημάτων] των συνδικαλιστικών ταμείων ανταποκρίνεται επαρκώς στις καθημερινές ανάγκες των απεργών, αυτοί δεν βλέπουν πλέον την ανάγκη να συμμετάσχουν σε τέτοιες πράξεις [όπως τα κοινά συσσίτια].

Πρόκειται για το δεύτερο μέρος μιας μελέτης σχετικά με τα μαζικά συσσίτια του 20ου αιώνα.

Το πρώτο μέρος ασχολείται με την προέλευσή τους και τη χριστιανική φιλανθρωπία και το τρίτο με την κατάληξή τους στα χρόνια του κραχ, στα στρατιωτικά συσσίτια του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου και στα σημερινά συσσίτια σκοπιμότητας. Δημοσιεύτηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2009, στο Analyse, τεύχος νο 60.

 

 

 

 

 

http://www.ihoes.be/PDF/C_Baillargeon-Soupe_populaire_2.pdf

 

This entry was posted in Κείμενα. Bookmark the permalink.

Leave a Reply